Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Χαμένος...

Καλημέρα σας, ή καλησπέρα σας, ή κάτι τέλος πάντων. Τι μου κάνετε; Πώς είστε; Καλά; Πάντα καλά! Εγώ; Πώς είμαι ρωτάτε; Τι κάνω; Άστε το καλύτερα. Άστε το που σας λέω. Γιατί επιμένετε καλέ; Μωρέ σίγουρα θέλετε να ξέρετε; Σίγουρα; Δε θα το μετανιώσετε δηλαδή ε; Άντε θα σας πω: σκατά. Γιατί; Μόλις έχασα τη μύτη μου. Όχι, όχι δε σας δουλεύω. Η γαλλική μου μυτούλα (δείτε κλασσική μεσογειακή μυτόγκα) έβγαλε τα φτερά της απελπισίας, πέταξε μέσα από τους αεραγωγούς και κρύφτηκε στο φο-πλαφόν (ελληνιστί ψευδοτάβανο) του γραφείου. Και δε θέλει να κατέβει η πουτάνα! Σας μπέρδεψα; Καλά θα το κάνω πιο λιανά. Ας το πάρουμε απ’ την αρχή.

Σήμερα είμαι στο γραφείο. Πρωτότυπο ε; Και χθες εδώ ήμουνα κι αύριο εδώ θα είμαι. Πώς λέμε θα βγάλω ρίζες; Το κλιματιστικό κλασσικά απεργεί (δείτε πιο κάτω το χθεσινό μου παραλήρημα) και ο ήχος των πλήκτρων μου τριβελίζει τον εγκέφαλο κανονικά και με το νόμο. Έρχομαι που λέτε γραφείο το πρωί. Νωρίς, νωρίς με τη δροσούλα (μόνο 35 οι βαθμοί εκεί έξω, μόνο 45 στο γνωστό γυάλινο ανελκυστήρα - παράδεισος). Προσπαθώ να χρησιμοποιήσω την κύρια είσοδο. Αμ δε! Κλειδωμένη. Χτυπάω τον κωδικό μπας και ξεκλειδώσει. Όνειρα θερινού πρωινού. Πάμε λοιπόν απ’ το παρκινγκ. Κατά μήκος του κτιρίου, κατεβαίνουμε απ’ τη ράμπα, προσευχόμαστε να μη βγαίνει κανείς με το κινητό στ’ αυτί, κρίμα τα νιάτα μας και την ομορφιά μας. Φτάνουμε στον ανελκυστήρα. Παθαίνουμε αφυδάτωση. Φτάνουμε στο γραφείο, αφήνουμε την τσάντα, ανάβουμε τον υπολογιστή (θαύμα, δε βγάζει καπνούς) και πάμε να κάνουμε καφέ, να πιούμε ένα νερό, κάτι ρε παιδί μου. Μην παίξουμε τις κλασσικές σκηνές απ’ τις ταινίες με τον ήρωα να παραπαίει πάνω στου αμμόλοφους ενώ ο καυτός ήλιος τον χτυπάει αλύπητα και τα όρνια τον γυροφέρνουν περιμένοντας το τελευταίο βήμα για να ξεσκίσουν την αφυδατωμένη (αλλά περίεργα ελκυστική) σάρκα του. Και μη ξεχνάμε, στην πραγματική ζωή δεν παίζει να βρούμε όαση. Έτσι; Μη νομίζετε δηλαδή.

Πάμε λοιπόν για τον καφέ. Ανοίγουμε την πόρτα της κουζινούλας. Προχωρημένο το γραφείο μας, ψυγείο (απ’ τα μικρά – χωράει δύο ολόκληρα μπουκάλια γάλα), πλυντήριο πιάτων ( το οποίο έχει τη λάθος πρίζα και δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε), φούρνο μικροκυμάτων (νομίζω κάποτε ήταν χρώματος άσπρου) και ατέλειωτα ντουλάπια. Και όπως ανοίγει η πόρτα, κι ονειρεύεσαι εσύ το κρύο νεσκαφέ να σου δροσίσει το λάρυγγα, στη δίνει κατάμουτρα, σαν μπουνιά ένα πράμα, μία δυσωδία… Ένας συνδυασμός ψαριού που ξέβρασε η θάλασσα και περιττωμάτων άρρωστου σκυλιού, με μία δόση πολιτικής συνείδησης (μη ρωτήσετε πως βρωμάει αυτό, διαβάστε καμιά εφημερίδα). Και σκουντουφλάμε (δεν το γλυτώσαμε το κινηματογραφικό τελικά), βάζουμε το χέρι μπρος στη μύτη, και εμπρός προς τη δόξα (του καφέ) τραβάμε. Βρίσκουμε ένα φλιτζάνι (καθαρό; περίεργα πράγματα συμβαίνουν στο γραφείο του λυκόφωτος σήμερα), βάζουμε, καφεδάκι, νεράκι, γαλατάκι (σε μορφή θρυμματισμένου πάγου, γρανίτα με γεύση γάλακτος, τα παιδιά σας θα πιούνε το γάλα τους!) και διάφορα άλλα υποκοριστικά. Και την κάνουμε προς την πόρτα.

Έλα όμως που την τελευταία στιγμή η περιέργεια νικάει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης; Κακό αυτό πρέπει να το κόψω. Ανοίγω λοιπόν τα ντουλάπια και ψάχνω την πηγή της βρωμιάς (μην ακούσω τίποτα εξυπνάδες για το Μαξίμου – δικό μου είναι το κειμενάκι). Και το βρίσκω. Ήταν ένα καρβέλι ψωμί. Νομίζω τουλάχιστο. Με το που ανοίγω το ντουλάπι το πράσινο και τριχωτό «αντικείμενο», ανασκουμπώνεται, κάθεται σταυροπόδι, γυρίζει και με κοιτάει με τα μάτια ολικής αλέσεως: «Ρε φιλάρα. Παίζει κανά τσιγαράκι;» Κάπου εκεί, με το καρβέλι σε στυλάκι αχθοφόρου απ’ το λιμάνι Πειραιά, αντιλαμβάνομαι πως οι αναθυμιάσεις είναι μάλλον επικίνδυνες και την κάνω. Με το που ανοίγω όμως την πόρτα πετάγεται η μύτη, ξεδιπλώνει τα φτερά, και χάνεται. Και κάθομαι τώρα εγώ στον υπολογιστή κι αναρωτιέμαι: Μωρέ μήπως τελικά τα ‘χω χάσει λιγουλάκι; Όχι πολύ. Να, όσο πατάει η γάτα (άμα θες να πεις τον ελέφαντα γάτα)…

Azrael

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου