Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Παλιές Κατζςές αναμνήσεις

(Τούτα που γράφω εγινίκασιν πριν έναν μήναν τζςαι κάτι)

Για θκυό μήνες σκεόν εκαρτερούσα πως τζςαι πως να φύει η Σ να πάει με τον φίλον της ειστήν Πάφον για διακοπές. Είχαμεν το τζςαι οι τρεις ανάγκην. Ο φίλος της για να πνάσει, τζςείνη για να τον παρακολουθά 24/7 τζςαι να κάμει λλίην συνουσίαν 2-3 βολές την ημέραν τζςαι εγιώ για να πνάσει επιτέλους το βλατζςίν μου.

Η μόνη της κουβέντα ήταν επί μιάν εφτομάν ήταν για το ένταμπου αγόραεν για την Πάφον τζςαι εμετρούεν τες ημέρες για να φύει. Κατά βάχος τζςαι εγιώ γιατί άρκεψα να τες μετρώ γιατί ενεκατσςούα την. Ήταν κάπως μιά αλλαγή γιατί παρόλον που μόνον τζςείνη είσςεν σημασίαν τουλάχιστον είχαμεν κάτι για να συντυχάννουμεν, τες ερκούμενες θκιακοπές ειστήν Πάφον. Τελευταίως όμως εκατάντηεν αηθκία. Εγίνικεν που μιά κοπέλλα βουττημένη μέστο δράμαν σε μιάν κοπέλλαν ευτυχισμένην που λόγω έλλειψης παιδείας τζςαι ενδιαφερόντων εν είσςεν για τίποτε για να συντυχάννει πλην το εφτομαϊαίον κουτσομπολιόν.

Τούτον το είχα προσέξει, λόγω παλαβοσύνης μου, τον τελευταίον γρόνον που έμπηκεν επιτέλους εις την σταθερήν σχέσην που έχιελεν. Ως άτομον εν ενθκιαφέρεται για τα πολιτικά, κοινωνικά ιστορικά δρώμενα. Ότι έν σοβαρόν έν το πάει. Ειδήσεις ή εθεμερίες εν θκιεβάζει ποττέ. Τηλεόρασην θωρεί περιστασιακά. Άμμαν ει εννά ναι επί το πλείστον τούτα τα υπερθεάματα ταλέντων γιά Μιάλου Αρφού. Δηλαδή εν ενθκιαφέρεται για τίποτε άλλον παρά τον άντραν της, τα ριάλια τζςαι τα ψουμνίσματα. Αν εζςούσεν εις μιάν πολιτείαν που εννά ήτον δημοκρατία γιά δικτατορία έθεννα το επρόσεχεν φτάννει να εμπορούεν να αγοράζει τζςείνον που έχιελεν τζςαι να γυρίζει ελεύτερα να παρακολουθεί τον άντραν της.

Εις μιάν κοινωνίαν που έν δημοκρατία τζςαι απαιτεί δηλαδή ενήμερους πολίτες για να μπορούσιν να κρίνουσιν τζςαι να ψηφίσουσιν σωστά, άτομα όπως την Σ εν έχουσιν θέσην. Όι πως πρέπει να κάμομεν γενοκτονίαν η κάτι αμμά τουλάχιστον για να μπορείς να ψηφίσεις πρέπει περνάς έναν διαγώνισμαν βασικών γνώσεων. Να ξέρεις περίπου 2-3 πράματα για την ιστορίαν της χώρας σου, των εθνικών κομμάτων τζςαι των προβλημάτων της κοινωνίας. Η Σ ξέρει ότι πρέπει να μισά τους Τούρκους τζςαι να ψηφίζει ΔΗΣΥ. Τίποτε άλλον. Τέλος μετάδοσης.

Τραγικόν να κάχεσαι μιτά νιού ατόμου ειστήν τάβλαν τζςαι να μεν μπορείς να συζητήεις μιτά του για έναν θέμαν που απασχολεί την κοινωνίαν της χώρας. Εγιώ εν συζητώ για την προσωπικήν μου ζωήν τζςαι η προσωπική της ζωή ένναιν ούτε ενθκιαφέρον ούτε δραματική πκιον. Εν τέλη καθούμαστιν ειστήν τάβλαν τζςαι χάσκομεν. Επικρατεί επί το πλείστον ησυχία. Αν μεν ήμουν τζςαι εκ φύσεως ομιλητικός να μπορώ να πκιάω το πκιο μιτσήν πράμαν να το σχολιάσω έθεννα αννοίαμεν το στόμαν μας να πούμεν οτιδήποτε. Εκατάντηεν πολλά βαρετή σαν άτομον. Πολλά ποταπή.

Ήρτεν η μέρα επιτέλους που έφυεν τζςαι γιω εύκουμαι να ήταν η τελευταία βολά που εννά ασχολούμουν μιτά της. Εύκουμουν ότι που εννά ρτει πίσω έθεννα με ξαναπκιάει τελέφωνον. Τραγικόν. Δυστυχώς οι ευτζςές έν για τους πελλούς. Δράσεις πρέπει να λαμβάνονται για να γινούσιν τζςείνα που χιέλεις. Έφυεν. Εννά ξανάρτει. Εννά μου 5-6 πράματα για τες ημέρες που έλειπεν. Μετά; Ξανά παρκής.

Εία επιτέλους την μιάλην εικόναν. Εν πλάσκιεται ορπίς για την κατάστασην μας. Εν πλάσκιεται λόος να σαι γεωρκός τζςαι να ποτίζεις έναν δεντρόν που έν φκάλει καρπόν. Εγιώ πρέπει να σταματήω να ποτίζω το δεντρόν τζςαι να το αήκω να ξεράνει. Ορπίζω να γινεί καλά κασσόξυλα!

Μέτατρον

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009

Σοκ...

Σοκαρίστηκα! Ναι, ναι! Σοκαρίστηκα! Μα παίζει; Δεν παίζει! Υπάρχει; Δεν υπάρχει! Είναι δυνατό; Αδύνατο! Πώς θα ξεπεράσω εγώ τώρα το σοκ μου λέτε; Όχι , να μου πείτε! Πώς θα συνεχίσω εγώ τώρα να πορεύομαι στη ζωή ανέμελος και χαλαρός προς το λαμπερό φως στο τέλος του τούνελ που οδηγεί στην αιώνια γαλήνη; (Όχι δεν έχω πιεί, φαρμακόγλωσσες!) Απ’ το σοκ είναι. Έπαθα μία… έξαρση θρησκευτικού συναισθήματος με μία δόση λειτουργικού υπαρξισμού. Κάτι σε στυλ δεν υπάρχει θεός, ερχόμαστε απ’ το πουθενά, πάμε στο τίποτα αλλά μόνο ανώτατο ον μπορεί να έχει εφεύρει τα σοκολατάκια με γέμιση λικέρ.

Και πώς το έπαθα; Ξαφνικά στο γραφείο άρχισε να παίζει ένα τραγούδι. Τώρα για ένα τραγούδι κάνεις έτσι; Ναι, για ένα τραγούδι. Γιατί στο γραφείο συνήθως παίζουν διάφορες φάσεις από ποδοσφαιρικούς αγώνες (το youtube μου μέσα) ή διάφορα «κάντο μόνος σου» βιντεάκια με τη φάτσα του αφεντικού σε κορμί φωτομοντέλου να λικνίζεται σε ρυθμούς R’n’B. Και σήμερα, ως εκ θαύματος, από μηχανής θεός, φωνή βοώντος εν τη ερήμω (άκυρο, αυτό είναι από άλλο ανέκδοτο) ακούγεται το Con te Partiro («Μαζί σου θα φύγω» για τους αδαείς) σε εκτέλεση Bocelli – Brightman. Και αναρωτιέσαι εσύ τώρα. Μήπως μωρέ τους παρεξήγησα; Μήπως δεν είναι ΤΕΛΕΙΩΣ ζώα; Μήπως έχουν κάποια ίχνη κουλτούρας και γούστου; Και μετά αντιλαμβάνεσαι πως το τραγουδάκι το ‘χουν βάλει σε βιντεάκι με στιγμιότυπα από αγώνες (ναι, ναι ποδόσφαιρο πάλι). Πάμε πίσω στη μαύρη απελπισία. Θεός δεν υπάρχει και τα σοκολατάκια είναι παχυντικά.

Τελικά σήμερα πολύ με τα θεία ασχολούμαι. Λες να τρέχει τίποτα; Λες να άρχισα να προσηλυτίζομαι κι εγώ; Να καταλήξω, λες, μέλος των στρατιών των απανταχού πιστών πάσας φύσης, πίστης, είδους, ράτσας και γούστου; Χλωμό έως άσπρο έως νεκρό. Γιατί; Γιατί δεν πιστεύω μωρέ. Να το πάρουμε με τον χριστιανισμό για να ‘ξηγηθούμε καλύτερα; Πες τώρα ότι εγώ είμαι χριστιανός έτσι; Πες ότι πάω εκκλησία και δίνω τον όβολό μου (που στο λαιμό να τους κάτσει και να κόψουν τις φλέβες τους με τους χρυσούς (!) δίσκους που κουβαλάνε για να ξαφρίζουν τον κοσμάκη) τακτικά και ανελλιπώς. Ε δεν θα ξαναγοράσω ποτέ κρίνα! Είναι κι η έκτρωση αμαρτία, μην πάμε στην κόλαση επειδή προσφέραμε λουλούδια σε μία γκόμενα. «Μαμά! Μείνε μακριά απ’ τον κήπο! Δεν είσαι για παιδιά στην ηλικία σου!» Αμ, το άλλο; Δεν είμαι κανίβαλος! Τι σχέση έχει; Πως! Στη Θεία Κοινωνία (κάπως έτσι δεν το λένε;) δεν γίνονται το κρασί και το ψωμί «αίμα και σώμα του Σωτήρος»; Άσε που θα έπρεπε να με λένε κι εμένα Σωτήρη αφού γεννήθηκα στις 6 Αυγούστου. Όνομα είναι τώρα αυτό; Σώστε με!!!

Με τούτα και μ’ εκείνα πάλι πέρασε η ώρα. Μήπως να πάω να πάρω τίποτα να φάω; Ή μήπως είναι νηστείες τώρα; Κάτσε καλέ αφού τελειώσανε οι νηστείες του Αυγούστου. Πέρασε ο δεκαπενταύγουστος. Ή μήπως άρχισε τίποτα άλλο; Πέμπτη είναι σήμερα. Ψάρι πρέπει να φάω; Με το ελαιόλαδο τι γίνεται; Το ψωμί να είναι ολικής αλέσεως ή είναι οι πολλές ίνες αμαρτία; Μωρέ νηστικός θα μείνω τελικά! Απ’ την άλλη δεν λένε πως «ασθενής και ωδιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει»; (Ωδιπόρος, επί τη ευκαιρία και όχι οδοιπόρος, επειδή αναφέρεται στην έγκυο γυναίκα και όχι στον ταξιδιώτη) Ε κι εγώ είμαι άρρωστος! Άρρωστος σας λέω! Για δέσιμο! Άρα το μπέικόν μου θα το φάω. Εμ πως…
Azrael

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2009

Που την Ιφιγένειαν εν Κολλητής ειστήν Ιφιγένειαν εν Αφφιβολίες.

Λαλούσιν ότι οι φιλίες ένναιν μόνον για τες καλές στιμμές τζιαι τον πασιαμάν αμμά τζιαι για τες κατζιές στιμμές που πρέπει να υποστηρίξεις τον άλλον. Σοφή η ρήση χυσικά. Αμμά ένταμπου γινίσκεται όμως άμμαν εις μιάν φιλίαν εν πλάσκιεται πκιον πασιαμάς; Έναν φκυόρον χιέλει τζιαι πότισμαν, όι μόνον κλάεμμαν.

Ένταλως αντιμετωπίζει έναν μέρλος μιάς φιλίας το άλλον άμμαν προγραμματίζει ούλλην την ημέραν του γυρόν που έναν άτομον που με την σέβεται με την υπολογίζει λόγω προϊστορίας; Ένταλως αντιδράς άμμαν ούλλη η διάθεση του εξαρτάται που τες τελευταίες εξελίξεις εις την σχέσην της; Έν τόσον εθιστικές οι σχέσεις που καταντούσιν σγιαν τα ναρκωτικά τελικά η απλώς πρόκειται για αρρωστημένον κόλλημαν;

Προειδοποίησις, τον έρωταν άμμαν έσιετε την καλοευτυσιάν να τον έβρετε μπορείτε να τον εκμεταλλευτείτε σωστά με θκυό τρόπους. Γιά να (τον) φάτεν τζιαι να σιιστοπριστείτε μιτά του γιά να νυστέψετε. Ο έρωτας με δόσεις προκαλεί εθισμόν. Ητζού εθίστηκεν η κολλητή με τον έρωταν της. Τζιέρατον, κλαίω, συνουσίαν τζιαι έρωτας, τζιέρατον, κλαίω, συνουσίαν τζιαι έρωτας, τζιέρατον κτλ. Μια τραγωδία το πράμαν. Εκατάντηεν ναν βαρόμετρον της σχέσης της, έναν πλοίον με τιμόνιν την σχέσην της. Όπου χιέλει πέρνει την. Εγιώνη όμως που μαι πάστο πλεούμενον έπκιαν με ναυτία.

Άμμαν είμαστιν καλά πάμεν ειστήν δουλειάν (νυκτερινή) του γκόμενου να τον δούμεν, άμμαν εν είμαστιν τέλεια καλά πάμεν ειστήν δουλειάν για να κατασκοπέψουμεν τζιαι αν συντύσιει καμιάς παθαίνουμεν πανικόν, καταρρέει η ζωή μας, τα θεμέλια του μικρόκοσμου μας. Ώρες ώρες σκέφτουμαι αν με λαμβάνει υπόψην που την οδηγώ ποδά ποτζιίν. Αν εκατάλαβεν ότι εγίνικα απλώς συνοός. Άμμαν εν είμαστιν καλά πάμεν ειστού αρφού του (υποκατάστατον;). Έν καλά τζιαμαί. Λαλούμεν τον πόνον μας σε όγοιον κάτσει τζιαι κάμνομεν παράπονα του αρφού. Άμμαν έρτει η ώρα να φύουμεν θυμούμαστιν τον σιωφέρην. Πούμπου ναι ο σιωφέρης;

Εκάθετουν που σε εθωρούσε να ανοίεις την ψυσιήν σου σε διάφορους που εν τους ξέρεις τζιαι εν σε ξέρουσιν. Τζιαι μετά έσιεις παράπονον άμμαν σε κουτσομπολεύκουσιν. Ο σιωφέρης εκάθετουν με τες ώρες να σε θωρεί να μουλιάζεις ειστήν μιζέρκαν σου τζιαι να νώθει αγύνατος να κάμει οτιδήποτις επειδής ότι τζιαι αν σου πει μπαίννει που το ναν τζιαι φκαίννει που τάλλον ώστι να λάλεις το μήνυμαν 'αγαπώ σε' (κωδικός είμαι καυλωμένος;). Ο σιωφέρης εκάθετουν τζιαι εθωρούσεν τους 4 τοίχους τζιαι αναρωθκιώταν πότε έπκιαεν δουλειάν κομπάρσος ειστήν Ιφιγένειαν; Ο κομπάρσος τούτος βουρά σε ποδά ποτζιί. Αν είσαι καλά αν περνάς καλά. Αν είσαι ευτυσιισμένη ή όι. Αν θα χιέλεις να φκεις ή όι. Εξίαεν που όσες βολές επρότινεν να πάμεν ειστο ******** να ξεσκάσομεν λλίον η απάντηση ήταν έναν σκέττον όι, εν έχω όρεξην, έν χάλια τζιαμαί, εν έχω ριάλγια (αν τζιαι την ίδιαν νύχταν ήχιελες να αήκεις 20 Ευρά φιλοδώρημαν ειστου γκόμενου).

Ημέρα, Τετάρτη. Σχέδιον 'λλίον ξικόψημον' εν δράση. Ούτις αλλιώς εν φκαίνομεν την Τετάρτην (επειδή έσιει πολλύν κόσμον ειστού γκόμενου). Άξυππα, μήνυμαν, 'χιέλω να πάμεν ειστού αρφού επειδή εν είμαι καλά εμάλλωσα με τον γκόμενον'. Απάντηση εμού όι ευκαριστώ εν ιμπόρω την (προαναφερθήσαν) κατάστασην πκιόν. 'Μα να πάμεν τζιαι να σε τζιεράσω'. Αφού πάντα τζιερνά σε καλή μου. Εν πκιορώννεις ποττέ. Εν χιέλω κατάλαβε το.

Άξυππα τα μεσάνυχτα αναπάντητη. Μετά πο λλίον μήνυμαν. Έπκια σε για να σου πω να πάμεν ********. (!) Όπως ο κακός ιδιοκτήτης σιύλλου που τον άηκεν κλειωμένον τζιαι νυστικόν. Όπως ο κακός ο τζιηπουρός. Τωρά εία ότι το φκυόρον εμάρανεν. Πάω να φέρω νάκκον νερόν πριχού ξέρανει το καημένον. Κόμα να καταλάει ότι εν είμαι φκυόρον...

Μέτατρον

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

Σώζοντα μιάν Φιλίαν

Ναι είμαι κόμα εργένης. Η κολλητή εν τα εκατάφερεν να με πείσει. Ούτις αλλιώς όπως το έθεεν τζιαι ο ανηψιός μου, που έν καυκωμένος, να μεν μπορείς να πκιάεις τους φίλους σου να πάεις Αγιά-Ναπαν η ώρα 3 το πρωίν επειδή πρέπει να δώκεις αναφοράν τις γιενέκας. Τζιαι αν μεν βρεθείς μιτά της μιάν ημέραν εν ιμπορείς επειδή εννά σου αρκέψει την Καταιγίδαν της Ερήμου: ''γιατί εν χιέλεις να βρεθόμεν; ήβρες καμιάν άλλην; πκοιά έναι;! εν με ααπάς πκιόν; πούμπου πάει η σχέση μας; έντα σκοπόν έσιεις για λόου μας;!'' κτλ. Είπαμεν η γιενέκα γενιέται με τον θκιακόφτην γάμου τζιαι αναπαραγωγής αννοιμένον.

Το χιέμαν του ιστολογίου όμως ενναιν η ανάλυση των σχέσεων καυκώματος. Επιτζιεντώννεται ειστό ένταλως αντιμετωπίζεις μιάν φιλίαν που ξιφτίννει. Οι αθθρώποι αλλάσσουσιν. Γιά πολλά απότομα για πολλά αρκά. Εν γιαυτόν που οι φιλίες ξιλώννουνται τζιαι γινίσκουνται. Η αλλαγή ειστόν χαρακτήραν για κάθε μέρλος (μέρος + μέλος) μιάς φιλίας συνήθως πκιάννει αντίθετες πορείες τζιαι η αλλαγή που μεγαλώννει συνήθως κουντά τα μέρλη σε αντίθετες κατεθθύνσεις. Εν τέλη το ρούχον σιίζεται, μερικές βολές άσιημα τζια άλλες μαλαχτά.

Ούτε εγιώ ούτη η κολλητή μου είμαστιν τα ίθκια άτομα που είμαστιν τωρά όταν αρκέψαμεν να κάμνομεν παρέαν. Εγιώ είμουν αρκετά ανασφαλής, συκκιρτισμένος, οκνυρός τζιαι βαρετός. Όι ότι εν είμαι τωρά αμμά εν είμαι όσον ήμουν πρωτύττερα. Η κολλητή επίσης είσιεν μιάν εμμονήν με τον έρωταν της, να τον βουρήσει ποδά ποτζί, ήτουν τζια ανήσυχον πλάσμαν, άρεσκεν της να φκαίννει, να φορεί σκούρες γροιές τζιαι ήτουν πολλά οκνηρή. Τωρά διαπιστώννω ότι μετά που έναν γρόνον σχέσης με τον άντραν της άλλαξεν. Ηρέμησεν. Εν φκαίννει όπως παλιά τζιαι εν δουλευταρού. Έσιει έναν γρόνον που σταθερά δκιά μου περίτου ευκάριστες εππλήξεις παρά αρνητιτζιές.

Παρούλλα τούτα ο πασιαμάς που εκάμναμεν παλιά ενναιν καχόλου ο ίθκιος με τούτον τωρά. Το έξω εις δισκοθήκας μιτά της εν αθθυμούμαι πότε εγίνειν την τελευταίαν βολάν. Συνήθως ειστές καφετερίες γιά ειστά μπάρ που πάμεν καταλήουμεν να μεν συντυχάννομεν για τίποτες για ώρες τζιαι απλώς χάσκομεν τζιαι θωρόμεν κόσμον. Εν έχομεν τίποτες για να συζητήσομεν. Τζιείνη εν βαστά το τζινητόν ειστό σιέριν 24/7 όπως παλιά, ένναιν αχχωμενη, εν κάμνει μιάν ζωντανήν ζωήν. Εγιώ που την άλλην ανέκαθεν βαρετός χαρακτήρας με θκιαφέροντα θκιαφορετικά που την κολλητήν εν έχω προσωπικήν ζωήν για να κουτσομπολεύκω μιτά της. Επειδή η κατάσταση ειστήν Τζιύπρον έν απελπιστιτζιή τζιαι τζυρίως επειδή εν ιξέρει για λόου μου. Αν ιμπόρω να της πω επειδή ο κόσμος που ξέρει εν πολλύς τζιαι εν ιξέρω ένταλως εννά το πάρει. Το σίουρον έναι ότι εν πρόκειται να το κραήει μυστικόν τζιαι εγιώ εν ιμπόρω να το θκιατζιντυνέψω.

Έκατσα να συλλοϊστώ ένταμπου εννά κάμω. Ένταλως μπορώ να κάμω μιάν φιλίαν που εβαρέθηκα εις μιάν φιλίαν που εννά χιέλω να κραήω. Το απότελεσμαν έν η απόσταση. Το κενόν μεταξύ μας. Ένναιν ανάγκη να φκαίννω μιτά της κάθαν ημέραν έτσι ώστε που εννά βρεθούμαστιν να έχομεν κάτι να συζητόμεν, για το ένταμπου εκάμαμεν ο καθένας έσιει θκυό μέρες. Τελικά η φιλία έν σγιάν το γιοφύριν πανωθκιόν νιού αρκατζιού. Η κάθα πλευρά έν έναν μέρλον. Αν κουντήσεις τες πλευρές για να τες ενώσεις το γιοφύριν εννά σπάσει τζιαι του αρκατζιού το νερόν εννά πάρει τα κομμάθκια τζιαι εννά ξαναέβρει τρόπον να περάσει. Οι καλές οι φιλίες χιέλουσιν έναν κενόν κάθε τόσον. Το ρούχον χιέλει τράβημαν τζιαι ποτίνιασμαν για να μεν το φάσιν τα χώματα.

Μέτατρον

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

Έλα μου...

Για να δούμε… Το πήραμε το κολάι. Τώρα γιατί δε γράφουμε μου λέτε; Μήπως δεν έγινε τίποτα σχολιασμού άξιο τις τελευταίες ημέρες; Πως, έγινε! Γιατί δε γράψαμε όμως ε; Μήπως έχουμε αυτό το του συγγραφέα (τρομάρα μας); Κάπως περίεργα το λένε… Α ναι, το φόβο της λευκής σελίδας. Τώρα αν αυτό θα έπρεπε να λέγεται ο φόβος του λευκού pixel πλέον λόγω οθόνης είναι από άλλο ανέκδοτο (άμα δεν ξέρετε ψάξτε σε κανένα Google – δεν είμαστε για μαθήματα ώρα που ‘ναι). Ας πούμε όμως πως είναι ο φόβος που μας καίει. Επειδή βλέπετε δύο μαλακίες γράψαμε και κάναμε τρελή επιτυχία. 100% των φίλων στους οποίους δώσαμε το σύνδεσμο προς τη σελίδα μας διαβάσανε. Αμ πως! Μεγάλο σουξέ. Πέντε ΟΛΟΚΛΗΡΟΙ αναγνώστες. Μη μου πείτε, σας κούφανα!

Επειδή σήμερα βαριέμαι να πω τίποτα έξυπνο θα παραθέσω διάφορες άσχετες σκέψεις και ανεκδοτικά αποσπάσματα. Κάτι η οικογενειακή ιστορία, κάτι τα κουφά φίλων και γνωστών. Ε δε θα βγει μια σελιδούλα; Έτσι να ‘χουμε να πορευόμαστε δηλαδή. Να αρχίσουμε από τις γνωστές δίαιτες; Είμαι σίγουρος πως κάποιες απ’ αυτές τις έχετε ξανακούσει. Δεν μπορώ όμως στον πειρασμό να αντισταθώ. Θα σας πω το δικό μου Top 3.

Στην τρίτη θέση βρίσκεται η γνωστή «άστο γι’ αργότερα, δε βαριέσαι τώρα, θα το κάνω μετά, παραπέμπω στις Ελληνικές καλένδες» η κατά κόσμο γνωστή «Από Δευτέρα Δίαιτα». Η ΑΔΔ που λέτε είναι η μεγαλύτερη εχθρός και η καλύτερη φίλη των απανταχού λιγούρηδων, μασαμπούκηδων και λοιπών αντρών και γυναικών με υγιή όρεξη και απύθμενο στομάχι. Η μεγαλύτερη εχθρός γιατί μας θυμίζει συνεχώς ότι ρε παιδάκι μου βασικά έχω γίνει ζώο, καλά θα ήταν να έχανα κανένα κιλάκι (έως και 20, λέμε τώρα) και άλλα τέτοια υπαρξιακά και μαζοχιστικά. Η καλύτερη φίλη γιατί για όσους δε μας ξέρουν μπορεί και να πείσουμε (ανάλογα με το ποια θεατρική σχολή έχουμε τελειώσει) ότι δεν είμαστε στην πραγματικότητα αυτοί οι λιγούρηδες (κρατήστε καλέ το παιδί θα μας το φάει αυτός!) που βλέπετε. Ένεκα της περίστασης το κάνουμε, με μια σαλάτα τη βγάζουμε συνήθως! Μεταξύ μας τώρα για μας τα λέμε όλα αυτά και κανείς δε μας πιστεύει. Το αντιπαρερχόμαστε.

Η δεύτερη δίαιτα είναι του ανανά. Σας μπέρδεψα; Είναι η δίαιτα του τρώω απ’ όλα εκτός από ανανά. Τι καλό θα σου κάνει θα μου πείτε τώρα. Μην το βλέπετε κυριολεκτικά ρε ‘σεις. Μην κολλάμε στις λέξεις. Το τρώω απ’ όλα εκτός από ***** είναι η δίαιτα των γνωστών και ως τροφαντών (καλέ πόσο κομψή είσαι Μαρίκα μου; Την είδες; Θα ‘βαλε κιλά, το κόβω εγώ. Σιγά μην έχασε 10!) δεσποινίδων που κάθε βδομάδα δοκιμάζουνε και μία νέα, πρωτοποριακή, εγγυημένη, αξεπέραστη, τέλεια, απόλυτη δίαιτα από κάποιο περιοδικό (Την κάνει κι η Στρέιζαντ δεν το ξέρεις;) κατά την οποία μπορείς να φας ότι τραβάει η ψυχή σου εκτός από το ένα συστατικό. Τώρα το ότι το συστατικό είναι κατά βάση κάτι σε στυλ λιπαρά, πρωτεΐνες, υδατάνθρακες το αγνοούμε. Μπορείς να φας απ’ όλα ε; Λίγο μακαρόνια; Αχ ναι αλλά χωρίς σάλτσα ντομάτας – έχει ζάχαρη το ήξερες; Λίγο τυράκι; Μόνο κασέρι αν σου βρίσκεται. Το άσπρο τυρί κάνει κακό στη χώνεψη. Και άλλα τέτοια. Φιλική συμβουλή: αποφύγετε τα καλέσματα για φαγητό, θα καταλήξετε εσείς στο φούρνο με μηλαράκι στο στόμα. Και όχι δε μας νοιάζει αν το μήλο βοηθάει την αφόδευση. Ά μα πια!!!

Η πρώτη, και καλύτερη, δίαιτα είναι η Δίαιτα Της Πάπιας. Τώρα μη νομίσετε ότι η αυτή η ΔΤΠ έχει την οιαδήποτε σχέση με την ΔΤΑ έτσι; Καμία σχέση! Πώς λέμε η μέρα με τη νύχτα; Κάτι τέτοιο χωρίς την πτώση στις θερμοκρασίες κατά τις πρώτες πρωινές ώρες. Η ΔΤΠ είναι προϊόν μεγάλης έμπνευσης. Όταν σε έφτιαχνε Ο Θεός... Όταν σε έφτιαχνε Ο Θεός... Πρέπει να είχε... Πρέπει να είχε... Έμπνευση. Μας τραγούδαγε λάγνα και η Βίσση. Είναι η δίαιτα όπου τρως απ’ όλα και κάνεις την πάπια. Ποιος εγώ; Πότε; Πού; Πώς; Γιατί το λες αυτό; Εγώ το τελευταίο τρίγωνο πανοράματος που έφερες από Θεσσαλονίκη; Ποτέ! Εγώ το τελευταίο κομμάτι απ’ τη σπανακόπιτα της θείας; Και τη μπριζολίτσα από προχθές; Τι λες καλέ; Αφού το ξέρεις πως προσέχω τη σιλουέτα μου! Επικοί καβγάδες στη κουζίνα υπό το φως του ψυγείου. Κλείστε την πόρτα καλέ – πρέπει να αποκτήσουμε και περιβαλλοντική συνείδηση τώρα! Ίσως με τόσους καβγάδες, φωνές, μπορεί και κανένα χαστούκι άμα ανάψουν τα αίματα, να καίμε και τις θερμίδες. Όρκο δεν παίρνουμε. Αν μη τι άλλο όμως, με αυτή τη δίαιτα ξαφνικές ορέξεις δεν έχουμε. Ή μάλλον έχουμε. Απλώς δεν προκαλούν ψυχολογικά!

Και για να κλείνουμε αυτό το άρθρο, που είναι λίγο πλίνθοι τε και κέραμοι ατάκτως εριμένοι, η αλήθεια να λέγεται, έχω να σας προτείνω μία δίαιτα μούρλια. Κι αν δεν χάσετε καθόλου μα καθόλου κιλά με αυτή, ε τότε κάτι τρέχει να πάτε να κοιταχτείτε. Είναι κι απλή. Ένα πράμα μόνο θα κόψετε. Καλό ε; Ένα πράμα λοιπόν. Το φαγητό. Όχι για δοκιμάστε το. Σε μια βδομάδα θα δείτε τα πρώτα σημάδια. Σε δύο θα δυσκολεύεστε να δείτε αλλά θα είστε ότι πρέπει για μοντέλο. Στις τρείς δεν θα είστε μόνο μοντέλο αλλά θα σκοτώνονται και ποιος θα σας προσλάβει. Στην τέταρτη θα κάνετε φωτογραφήσεις μόνο στην οριζόντια θέση. Στην πέμπτη θα σας λυπούνται τα παιδάκια απ’ την Αφρική. Ε πως! Η ομορφιά τον πόνο της τον θέλει!

Azrael

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Φιλικές Απαιτήσεις

Έν φυσιολογικόν να χιέλει ο μέσος άδρωπος για γιενέκα μιαν σχέσην γιατί επι το πλείστον σκεφτούμαστιν με τα πέη τζιαι τους κόλπους. Η φύση χιέλει μας να κάμομεν μωρά για να διαιωνηστεί το είδος. Αμμά η φύση έν μια ρουφτζιάνα επίσης γιατί αν ο στόχος του καυκώματος επιτευχεί εν ισυχάζεις ώστι να ξέρεις ότι ούλλοι οι φίλοι σου τζιαι ειδικά οι κολλητοί σου επίσης είναι σε μιάν σχέσην.

Τραναχτόν παράδειγμαν μια κολλητή μου. Η δυστυχής δεσποινίδα γνώρισεν τον έρωταν της ζωής της. Εχώρηεν τον επειδή έκαμεν της τζιέρατον αμμά εν τον εξίαεν. Επί τρία γρόνια τον εβουρούσεν που δισκοθήκην σε δισκοθήκην για να δει με πκοιάν συντυχάννει τζιαι μετά πκοιάν εννά πάει έσσω αφού το κοπελλούιν σαν καθαρός αρσενικός ήξερεν ότι η συνκεκριμένη εν ερωτεμμένη μέχρι αηδίας μιτά του τζιαι είσιεν την εις το περίμενε. Τζιαι με τούτον εννοώ ότι αν μεν του εκάθετουν καμιά άλλη έπκιαννεν την τηλ για να βρεθούσιν για γλέντιν τζιαι επειδή πολλές γιενέτζιεις έν νάκκον παλαβές ενόμιζεν ότι αφού πάει μιτά της σημαίνει ότι αγαπά την. Τραγικόν εν ναιν; Μην προσβάλλεστε κοπελιές. Εν είσαστεν ούλλες έτσι αμμά πλύν των ιερόδουλων οι γιενέτζιες συνδέουν την συνουσίαν με τον έρωταν. Οι αρσενιτζιοί κάμνουν το μόνον για την ευχαρίστησην επειδή εν γεννημένοι ιερόδουλες. Ορπίζω να μεν σας ήρτεν απότομον φιλενάδες.

Μετά που η κολλητή μου έγινεν νέον είδος ταράνδου ο έρωτας της αποφάσησεν να σοβαρευτεί τζιαι έχουν τα κανονικά τζιαι με τον νόμον. Ευκαριστήθηκεν τζιαι έπναεν η ψυσιή της; Σίγα μεν κουτσουβλήεις. Αντιθέτως τωρά που η ζωή της έσασεν έβαλεν αυτοσκοπόν να με κανονήσει με καμιάν γιατί ''ο έρωτας εν ωραίον πράμαν!!''. Ναι είδαμεν την ξεφτύλαν που επέρασες τζιαι το κλάμαν που έσυρνες κάθε βολάν που επήαιννεν τζιαι με άλλην. Τζιαι με έντα καρκιάν να της πεις ότι ο έρωτας της είσιεν καταντήσει στο 5ον τζιέρατον αρχαία τραγωδία τζιαι ειστό 10ον αρρώσκια;

''Μα γίνεται να μεν θέλεις σχέσην; Γίνεται να μεν θέλεις να παντρευτείς; Σκέφτου έντα ωραία εννά ήταν αν εφκαίνναμεν τα ζευκαρούθκια μαζίν!!'' Μακάρι να τα έφκαλα που τον πισινόν μου αμμά όι. Έτσι κουβέντες ακούω σχεδόν καθημερινά. Να της λαλείς όι εν με ενδιαφέρουν τζιαι να σου λαλεί ότι εν ναιν φυσιολογικόν. Που να ήξερεν πόσον φυσιολογικός είμαι...! Σε σύνκριση μιτά της προφανώς πολλά. Που να καταλάβει σε μερικούς εν τους αρέσκει τζιαι τόσον η συνουσίαν, η υποχρέωση τζιαι η ευθύνη του να ζιείς σε μιάν σχέσην τζιαι προ πάντων το φλέρτ. Γιατί το είσαξεν ο Ελληνισμός που την δύσην εν ιμπόρω να καταλάβω. Εν λογικόν να το παίζεις δύσκολος, να περνάς που εξέτασην τα μηνύματα σου πριν τα πέψεις, να προγραμματίζεις ένταμπου εννά πείς κτλ.; Έτσι παιγνιούθκια σπάζουν μου την. Αρέσκεις μου. Αρέσκω σου; Γιατί δεν περνούμαστεν; Τέλος! Δίχα μουσκουρούθκια. Καθαρά τζιαι κοφτά.

''Που εννά σου κάμουσιν προξένια οι γονιοί σου εννά δεις αν δεν θα παντρευτείς!'' Γιατί πρέπει να πάρω όπκοιον μου πούσιν; Ζιούμεν ειστόν προηγούμενον αιώναν; ''Εννά την απορρύψω όπκοια τζιαι να ναι!'' λαλώ. ''Εν θέλω σχέσεις. Εν θέλω να παντρευτώ!!'' ''Έντα γάρος!!'' απαντά. Όπως καταλαβαίννετε...ο γάρος έιπεν του πετεινού τζιεφάλα.

Η αθρωπότητα άρκεψεν να καταδιώκει τους βάρβαρους, μετά τους αλλόθρησκους, μετά τους εβραίους, μετά τους τρομοκράτες αράπηες. Έν η σειρά των μόνιμως εργένηδων άραγε σου; Έχω πολλήν μύλλαν, εννά κάμω καλόν σαπούνιν!

Μέτατρον

Χαμένος...

Καλημέρα σας, ή καλησπέρα σας, ή κάτι τέλος πάντων. Τι μου κάνετε; Πώς είστε; Καλά; Πάντα καλά! Εγώ; Πώς είμαι ρωτάτε; Τι κάνω; Άστε το καλύτερα. Άστε το που σας λέω. Γιατί επιμένετε καλέ; Μωρέ σίγουρα θέλετε να ξέρετε; Σίγουρα; Δε θα το μετανιώσετε δηλαδή ε; Άντε θα σας πω: σκατά. Γιατί; Μόλις έχασα τη μύτη μου. Όχι, όχι δε σας δουλεύω. Η γαλλική μου μυτούλα (δείτε κλασσική μεσογειακή μυτόγκα) έβγαλε τα φτερά της απελπισίας, πέταξε μέσα από τους αεραγωγούς και κρύφτηκε στο φο-πλαφόν (ελληνιστί ψευδοτάβανο) του γραφείου. Και δε θέλει να κατέβει η πουτάνα! Σας μπέρδεψα; Καλά θα το κάνω πιο λιανά. Ας το πάρουμε απ’ την αρχή.

Σήμερα είμαι στο γραφείο. Πρωτότυπο ε; Και χθες εδώ ήμουνα κι αύριο εδώ θα είμαι. Πώς λέμε θα βγάλω ρίζες; Το κλιματιστικό κλασσικά απεργεί (δείτε πιο κάτω το χθεσινό μου παραλήρημα) και ο ήχος των πλήκτρων μου τριβελίζει τον εγκέφαλο κανονικά και με το νόμο. Έρχομαι που λέτε γραφείο το πρωί. Νωρίς, νωρίς με τη δροσούλα (μόνο 35 οι βαθμοί εκεί έξω, μόνο 45 στο γνωστό γυάλινο ανελκυστήρα - παράδεισος). Προσπαθώ να χρησιμοποιήσω την κύρια είσοδο. Αμ δε! Κλειδωμένη. Χτυπάω τον κωδικό μπας και ξεκλειδώσει. Όνειρα θερινού πρωινού. Πάμε λοιπόν απ’ το παρκινγκ. Κατά μήκος του κτιρίου, κατεβαίνουμε απ’ τη ράμπα, προσευχόμαστε να μη βγαίνει κανείς με το κινητό στ’ αυτί, κρίμα τα νιάτα μας και την ομορφιά μας. Φτάνουμε στον ανελκυστήρα. Παθαίνουμε αφυδάτωση. Φτάνουμε στο γραφείο, αφήνουμε την τσάντα, ανάβουμε τον υπολογιστή (θαύμα, δε βγάζει καπνούς) και πάμε να κάνουμε καφέ, να πιούμε ένα νερό, κάτι ρε παιδί μου. Μην παίξουμε τις κλασσικές σκηνές απ’ τις ταινίες με τον ήρωα να παραπαίει πάνω στου αμμόλοφους ενώ ο καυτός ήλιος τον χτυπάει αλύπητα και τα όρνια τον γυροφέρνουν περιμένοντας το τελευταίο βήμα για να ξεσκίσουν την αφυδατωμένη (αλλά περίεργα ελκυστική) σάρκα του. Και μη ξεχνάμε, στην πραγματική ζωή δεν παίζει να βρούμε όαση. Έτσι; Μη νομίζετε δηλαδή.

Πάμε λοιπόν για τον καφέ. Ανοίγουμε την πόρτα της κουζινούλας. Προχωρημένο το γραφείο μας, ψυγείο (απ’ τα μικρά – χωράει δύο ολόκληρα μπουκάλια γάλα), πλυντήριο πιάτων ( το οποίο έχει τη λάθος πρίζα και δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε), φούρνο μικροκυμάτων (νομίζω κάποτε ήταν χρώματος άσπρου) και ατέλειωτα ντουλάπια. Και όπως ανοίγει η πόρτα, κι ονειρεύεσαι εσύ το κρύο νεσκαφέ να σου δροσίσει το λάρυγγα, στη δίνει κατάμουτρα, σαν μπουνιά ένα πράμα, μία δυσωδία… Ένας συνδυασμός ψαριού που ξέβρασε η θάλασσα και περιττωμάτων άρρωστου σκυλιού, με μία δόση πολιτικής συνείδησης (μη ρωτήσετε πως βρωμάει αυτό, διαβάστε καμιά εφημερίδα). Και σκουντουφλάμε (δεν το γλυτώσαμε το κινηματογραφικό τελικά), βάζουμε το χέρι μπρος στη μύτη, και εμπρός προς τη δόξα (του καφέ) τραβάμε. Βρίσκουμε ένα φλιτζάνι (καθαρό; περίεργα πράγματα συμβαίνουν στο γραφείο του λυκόφωτος σήμερα), βάζουμε, καφεδάκι, νεράκι, γαλατάκι (σε μορφή θρυμματισμένου πάγου, γρανίτα με γεύση γάλακτος, τα παιδιά σας θα πιούνε το γάλα τους!) και διάφορα άλλα υποκοριστικά. Και την κάνουμε προς την πόρτα.

Έλα όμως που την τελευταία στιγμή η περιέργεια νικάει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης; Κακό αυτό πρέπει να το κόψω. Ανοίγω λοιπόν τα ντουλάπια και ψάχνω την πηγή της βρωμιάς (μην ακούσω τίποτα εξυπνάδες για το Μαξίμου – δικό μου είναι το κειμενάκι). Και το βρίσκω. Ήταν ένα καρβέλι ψωμί. Νομίζω τουλάχιστο. Με το που ανοίγω το ντουλάπι το πράσινο και τριχωτό «αντικείμενο», ανασκουμπώνεται, κάθεται σταυροπόδι, γυρίζει και με κοιτάει με τα μάτια ολικής αλέσεως: «Ρε φιλάρα. Παίζει κανά τσιγαράκι;» Κάπου εκεί, με το καρβέλι σε στυλάκι αχθοφόρου απ’ το λιμάνι Πειραιά, αντιλαμβάνομαι πως οι αναθυμιάσεις είναι μάλλον επικίνδυνες και την κάνω. Με το που ανοίγω όμως την πόρτα πετάγεται η μύτη, ξεδιπλώνει τα φτερά, και χάνεται. Και κάθομαι τώρα εγώ στον υπολογιστή κι αναρωτιέμαι: Μωρέ μήπως τελικά τα ‘χω χάσει λιγουλάκι; Όχι πολύ. Να, όσο πατάει η γάτα (άμα θες να πεις τον ελέφαντα γάτα)…

Azrael